Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος...

logos.arnion.gr

Πρὸς ὅλο τὸν κόσμο

Πρόλογος

 

Σέ ὅλους εἶναι γνωστή ἡ παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Κάποιος ἄνθρωπος κατέβαινεν ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ εἰς τήν Ἱεριχώ. Καθ ̓ ὁδόν ὅμως περιέπεσεν σέ μιά σπείρα ληστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τοῦ ἀφήρεσαν τά ροῦχα του, τήν ὀμορφιά του καί τήν ἀξιοπρέπειά του, τόν ἄφησαν ἡμιθανῆ ἀπό τόν πολύ καί ἀνηλεή ξυλοδαρμό.
Κατά συγκυρία δέ κάποιος ἱερεύς κατέβαινεν ἀπό τόν δρόμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπλησίασε τό θῦμα, ἔδειξε δηλαδή ἐνδιαφέρον διά τό θῦμα τῆς ἁμαρτίας, ἔπειτα περιεργάσθηκε, ἐμελέτησε, ἐσπούδασε τήν ἀθλία κατάστασή του, ἀλλά δέν ἔκαμε τίποτε.
Ὁμοίως δέ καί Λευίτης ἐλθών καί ἰδών ἀντιπαρῆλθεν. Τρίτος ἔρχεται ἕνας Σαμαρείτης, ὁ ὁποῖος ἐσπλαχνίσθη τό θῦμα. Κατεβαίνει ἀπό τό ζῶο του, γονατίζει μέ πόνο εἰς τό θῦμα καί ἀρχίζει τή νοσηλεία. Πλύνει μέ κρασί τίς πληγές, τίς ἐπαλείφει μέ λάδι, σχίζει τό ὑποκάμισό του, σχηματίζει ἐπιδέσμους, ἐπιδένει τίς πληγές, ἀναβιβάζει ἔπειτα τόν ἄρρωστο εἰς τό ζῶο του, τόν φέρει εἰς κάποιο πανδοχεῖο καί λέγει εἰς τόν πανδοχέα. «Ἐπιμελήσου τον καί ἐγώ ὅταν θά ἐπανέλθω θά σοῦ πληρώσω, ὅ,τι ἐδαπάνησες».
Τί συμβολίζει τό κρασί καί τό λάδι μέ τά ὁποῖα ὁ καλός Σαμαρείτης ἔπλυνε τίς πληγές του; Τό κρασί συμβολίζει τό αὐστηρό ἐλεγκτικό κήρυγμα, καί τό λάδι, τό ἁπαλό, παραγορητικό οἰκοδομητικό κήρυγμα.
Ἡ ἀνά χεῖρας ἐργασία ὁμοιάζει μέ τό στυφτικό κρασί, τόν ἐλεγκτικό θεῖο λόγο. Δέν ἔχει ἁπαλότητα καί συναισθηματική γλυκολογία. Ἔχει κάποια ἐλεγκτικότητα διότι ἀπευθύνεται σ ̓ ὅλον τόν κόσμο, ὁ ὁποῖος «κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ», καί ὁ ὁποῖος καθημερινῶς καί βαθύτερα βυθίζεται εἰς τό θανατηφόρο ἕλος τῆς ἁμαρτίας.
Μακάρι κάποτε νά ἔλθη εἰς ἑαυτόν, νά κατανοήση ὅτι αὐτός ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τόν ὁδηγεῖ εἰς τήν καταστροφή, νά ἀλλάξη πορεία, καί νά ἔλθη εἰς τόν Θεόν διά νά σωθῆ.
Διατρέφομε τήν κατά Θεόν φιλοδοξία ὅτι αὐτά τά λιτά κείμενα θά συμβάλουν εἰς αὐτήν τήν ἀλλαγή.
Εἴθε δέ ὁ Θεός, ἡ ἄπειρος ἀγαθότης καί καλωσύνη, νά ἐπευλογήση τούς ἁπλούς αὐτούς λόγους, ὥστε νά μήν ἀστοχήσουν ἀλλά νά ἐπιτύχουν τοῦ σκοποῦ των.


Ἀρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλος

Κεφάλαια

 

Πρός τίς πόρνες
Πρός τούς κυβερνῶντας
Πρός τούς ψυχιάτρους
Διά τούς πλουσίους
Πρός τούς νέους
Πρός τούς ἄθεους
Πρός τούς ἱερεῖς
Πρός τούς μοναχούς
Πρός τούς ὁμοιοφύλους
Πρός τούς πτωχούς
Πρός τάς συζύγους
Πρός τούς δημοσιογράφους
Πρός τίς λεσβίες
Πρός τούς τοξικομανεῖς
Πρός τούς μαιευτήρας
Διά τούς ἀρρώστους
Πρός τούς ἀρχαιολάτρας

 

Πρὸς τοὺς νέους

 

Ἡ νεότητα εἶναι μία μικρή περίοδος εἰς τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνα μικρό χρονικό διάστημα 6-8 ἐτῶν, ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται εἰς τήν ὥριμη ἡλικία τῆς ζωῆς του.
Ὅμως ἀπό τόν τρόπο πού θά ζήση αὐτό τό μικρό κομμάτι τῆς ζωῆς του ἐξαρτᾶται ὁλόκληρος ἡ ζωή του. Ἐάν ζήση μέ σύνεση, ὑπευθυνότητα καί ἀνωτερότητα τήν νεότητα του θά εἶναι ἕνας ἐπιτυχημένος ἄνθρωπος. Ἐάν ζήση τό μικρό αὐτό κομμάτι τῆς ζωῆς του μέσα στίς κατώτερες ἀπολαύσεις, πού μόνο πόνο καί θλῖψι φέρνουν, ὅλη ἡ ζωή, ὅλα τά χρόνια του χρωματίζονται καί σφραγίζονται καί εἰς τό τέλος βλέπει τήν ζωή του εἶναι φοβερό ἀποκρουστικό σωρό ἐρειπίων καπνιζόντων.
Γιά νά χρησιμοποιήσω τά λόγια τοῦ Φρανσουά Μωριάκ. Ἡ νεότητα εἶναι ἕνα τρικυμισμένο ἀκρωτήρι. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος κάθε πλοιάριο πού παραπλέει αὐτό τό τρικυμισμένο ἀκρωτήρι νά ἁρπαχθῆ ἀπό τά κύματα καί νά καταθρυμματισθῆ στούς γρανιτένιους βράχους. Χρειάζεται πολύ προσοχή, πολλή ἐπιδεξιότητα νά περάσης τό τρικυμισμένο αὐτό ἀκρωτήρι χωρίς νά συντριβῆς. Δέν ὑπάρχει ὡραιότερο ἀπό τή νεότητα. Οἱ ἀγριόκυκνοι στό δάσος τῆςζωῆς, τούς λέγει ὁ ποιητής Σέλεϋ καί ὁ παδαγωγός Πεσταλότσι τούς ἀποκαλεῖ «ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ».
Ἕνα σπίτι μπορεῖ νά εἶναι ἕνα μικρό παλάτι. Τά δωμάτιά του νά στολίζονται ἀπό πίνακες διασήμων ζωγράφων. Τά ἔπιπλά του, ἔπιπλα πολυτελείας. Ἡ τελευταία λέξη τῆς τεχνολογίας νά ὑπάρχη σ ̓ αὐτό. Στόν κῆπο του μέ τό ὡραῖο ἀρχιτεκτονικό νά ἀνθοῦν τροπικά λουλούδια ἀπό τίς πιό ἀπομακρυσμένες χῶρες τῆς γῆς.
Ἀλλά τί χάρη καί ζωντάνια ἔχουν ὅλα αὐτά ὅταν λείπουν τό γέλοιο τοῦ παιδιοῦ, ἡ καλωσυνάτη φασαρία του, τά παιχνίδια του καί οἱ ἀθῶες του τρέλλες; Τόν τόνο καί τό χρῶμα τῆς ὀμορφιᾶς εἰς τήν ζωή τό δίδουν τά νειάτα.
Τό γνωρίζει πολύ καλά αὐτό ὁ διάβολος. Γνωρίζει ὅτι ἐάν ἐπιτύχη νά ξεγελάση τούς νέους καί νά τούς παρασύρη εἰς τούς σκοτεινούς του δρόμους ἐπέτυχε τοῦ στόχου του. Νά καταστρέψη, νά ἀφανίση τό ἀνθρώπινο γένος. Γι ̓αὐτό καί ναρκοθετεῖ τούς δρόμους τῶν νέων. Γι ̓ αὐτό καί τούς στήνει τίς πιό πονηρές του παγίδες. Γι ̓ αὐτό καί τούς πολεμάει μέ ὑπομονή καί ἐπιμονή. Δέν ἀποθαρρύνεται ποτέ. Δέν ἀπογοητεύεται. Πάντα ἐλπίζει ὅτι κάτι θά ἐπιτύχη.
Τό δηλητήριο τό παρουσιάζει μέ τήν γλυκύτητα τοῦ μελιοῦ. Τόν θάνατό σου τόν παρουσιάζει μέ τά ἀστραφτερά ροῦχα τῆς ζωῆς.
Ὁ Ἐσκιμῶος γιά νά σκοτώση τόν λύκο πού τοῦ τρώγει τά πρόβατα χρησιμοποιεῖ τό ἑξῆς τέχνασμα. Παίρνει ἕνα δίκοπο κοφτερό μαχαίρι καί τό ἀλείφει μέ αἷμα, τό ἀφήνει νά ξεραθῆ. Ἔπειτα τό ἐπαναλείφει, δύο καί τρεῖς φορές. Τό κρύβει κατόπιν στό χιόνι μέ τήν κοφτερή λεπίδα πρός τά ἐπάνω. Ὁ λύκος ἀγαπάει πολύ τό αἷμα καί ἔχει ὀξυτάτη ὄσφρηση. Μυρίζεται τό αἷμα καί ἀρχίζει νά γλύφη τίς κοφτερές λεπίδες τοῦ μαχαιριοῦ. Ἔτσι ὅπως μέ ἀπληστία τίς γλείφει, σιγά σιγά κόβεται ἡ γλῶσσα του. Ὅμως δέν σταματάει. Γλείφει, γλείφει, ἕως ὅτου ἀποκοπεῖ ἡ γλῶσσα του, ὁπότε καί σέ λίγο χρόνο ψοφάει. Τήν ἴδια τακτική χρησιμοποιεῖ καί ὁ διάβολος. Ἑλκύει, δένει, αἰχμαλωτίζει τούς νέους μέ τήν γλυκύτητα τῶν ἡδονῶν, ἕως ὅτου τούς θανατώσει. Πρόσεχε λοιπόν. Ἔχε ἀνύστακτο τό βλέμμα τῆς ψυχῆς σου ἐπάνω εἰς τήν ζωή σου διά νά μήν πάθης ἀπό τόν διάβολο, ὅ,τι ὁ λύκος μέ τό δίκοπο κοφτερό μαχαίρι τοῦ Ἐσκιμώου.
Ὁ Θεός ἀπό τούς κυβερνῆτες τῶν λαῶν ἀπαιτεῖ νά κυβερνοῦν μέ δικαιοσύνη, νά ἐπιδιώκουν τήν εἰρήνη, νά τονώνουν τούς θεσμούς πού συσφίγγουν τούς ἁρμούς τοῦ σώματος τῆς κοινωνίας, τοῦ συνόλου. Ἀπό τούς πλουσίους ζητάει νά εἶναι σπλαγχνικοί καί ἐλεήμονες εἰς τούς πτωχούς. Ἀπό τούς ἱερεῖς ζητάει νά φοβοῦνται τόν νόμο του καί νά ἀγαποῦν τούς πιστούς. Ἀπό τούς παιδαγωγούς νά δείχνουν εἰς τούς νέους τούς φωτεινούς χώρους τῶν ἰδανικῶν, τίς ὑψηλές κορυφές τοῦ πνεύματος, πού στολίζονται ἀπό αἴγλη ἀνεσπέρου φωτός. Ἀπό τούς νέους ὁ Θεός ζητάει ἕνα καί μόνον πρᾶγμα. Νά παραμένουν ἁγνοί. Νά προσέχουν τόν θησαυρό τῆς ἁγνότητος. Γι ̓ αὐτό καί ὁ Παῦλος σέρνοντας τίς βαρειές ἁλυσίδες του, γράφει ἀπό τίς φυλακές τῆς Ρώμης πρός τόν Τιμόθεο. «Σεαυτόν ἁγνόν τήρει».
Τίποτε ἄλλο δέν ζητάει ἀπό τούς νέους. Ὅταν ὁ νέος διατηρεῖται ἀμόλυντος ἀπό τά μιάσματα τοῦ αἰῶνος τούτου, ἐτήρησε ὅλη τήν θεία νομοθεσία.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶχε δώδεκα μαθητές. Ὁ πιό ἀχρεῖος ἦταν ὁ Ἰούδας. Ὁ ἀνάλγητος, ὁ ἀσυγκίνητος, ἀπ ̓ὅσα εἶδε καί ἄκουσε. Ὁ πιό τρυφερός, ὁ πιό πιστός, ὁ πιό ἀγαπημένος ἦταν ὁ Ἰωάννης. Ἦταν ἕνας νεαρός εἰκοσάχρονος ξανθός νέος. Ἀγάπησε τόν Κύριο μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς του. Δέν ἀπομακρύνθηκε ποτέ ἀπό αὐτόν. Δέν τόν ἐγκατάλειψε ποτέ. Σ ̓ ὅλες τίς ὀδυνηρές φάσεις τοῦ πάθους του ὁ Ἰωάννης ἦταν παρών. Παρών στή Γεσθημανή, στά ἀνάκτορα τῶν ἀρχιερέων, στό Διοικητήριο τοῦ Πιλάτου, στόν Γολγοθᾶ, στήν πτωχή κηδεία, στόν τάφο. Ἕνα λεπτό δέν τόν ἀποχωρίζεται. Καί ἐσύ ἐάν θέλης νά ἐπιτύχης εἰς τήν ζωή σου, μιμήσου τόν Ἰωάννη. Ἀγάπησε μέ μιά τρυφερή ἀγάπη τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἀγάπησέ τον «ἐξ ὅλης ἰσχύος, καρδίας καί διανοίας». Καί δέν θά μετανοήσης ποτέ γι ̓ αὐτό. Θά βλέπης τήν ζωή σου νά ὑψώνεται ὡσάν μιά ἐλιά κατάκαρπη, γεμάτη ζωή καί χυμούς. Διότι ὅπως λέγει ὁ Παῦλος «θεμέλιον ἄλλον (ἐπιτυχημένης ζωῆς), οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστίν Ἰησοῦς Χριστός».